ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ

ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΔΡΟΜΟ

Κοίταζα το σώμα της Μάρι να συσπάται και μου ήρθε η εικόνα του νεκρού σώματος της μητέρας μου. Την είχαμε βρει με τον αδερφό μου να κείτεται στο κρύο πάτωμα. Το σώμα της ήταν γυμνό και γερασμένο πέραν της ηλικίας της. Το ξέραμε πως ήταν θέμα χρόνου, αλλά σοκαρίστηκα σαν να μην είχα ιδέα πως θα πέθαινε.

Ο θάνατος είναι αναπόφευκτος, αμετάκλητος, ανίκητος, απροσπέλαστος, αγέλαστος, απαράδεκτος, αδιανόητος. Θα ήθελα να μην ήταν. Θα ήθελα να πιστέψω πως υπάρχει ένα πλάνο ασυνέχειας του θανάτου που δεν κατανοώ, μόνο ορισμένες στιγμές αντιλαμβάνομαι κάποιο μέρος του. Ένα πλάνο που υφαίνεται κρυφά στα δωμάτια των ξενοδοχείων δευτερόλεπτα πριν ανοίξει η πόρτα από τον επισκέπτη. Κάτι σαν συνωμοσία.

Όταν η μητέρα μου πέθανε, είχε την ίδια ακριβώς ηλικία που είχε κι ο πατέρας της όταν πέθανε. Ίσως αυτή ήταν η συνωμοσία τους, να πεθάνουν στην ίδια ακριβώς ηλικία για να συναντηθούν μυστικά στην πόλη που μόνο εκείνη έβλεπε τις νύχτες χωρίς ύπνο.

Μετά το πρώτο σοκ, ακούμπησα το χέρι της. Ήταν λεπτό και νευρώδες με μακριά λεπτά δάχτυλα. Λάτρευα την αφή αυτού του χεριού. Όταν το ακούμπησα ήταν τόσο παγωμένο και ακίνητο όσο το μάρμαρο του πατώματος.

Το χέρι της Μάρι, αντίθετα, ήταν ολοζώντανο κι έτρεμε από ηδονή.